Στην πόλη του Μεσαίωνα και της τουρκοκρατίας, ακόμη και στη σύγχρονη εποχή, η γειτονιά παίζει έναν ιδιόρρυθμο ρόλο, που έχει επισημανθεί, ιδίως στα πρόσφατα παραδείγματα, ως ένα είδος «γεννήτριας τοπικών αξιών» που επιτέλους μπορεί να αποκτήσει καποιον δομικό κοινωνικό χαρακτήρα. Για παράδειγμα, να υπάρχουν συμβούλια σε γειτονιές και αποφάσεις που να επηρεάζουν τον αστικό ιστό. Τέτοια παραδείγματα δεν υπάρχουν στο παρελθόν. Ο,τι πλησιάζει σε αυτές τις πρωτοπόρες ιδέες είναι κάποια σπαράγματα οικοδομικών κανονισμών του Βυζαντίου που παραδόθηκαν μετά το χειρόγραφο του Αρμενόπουλου, καθολικού κριτή (=δικαστή) από τη Θεσσαλονίκη ως «νόμοι Ιουλιανού του Ασκαλωνίτη». Είναι ένα είδος ατελούς οικοδομικού κανονισμού. Αν χτιζόταν έτσι η χώρα μας, δεν θα υπήρχε πάντως αυθαιρεσία. Εκεί μέσα, υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ρύθμιση: η ύπαρξη αγάλματος σε πλατεία ή ένα ωραίο τοπίο, μια αξιόλογη θέα, θεωρείται κτήμα του κατέχοντος ένα ακίνητο που την απολαμβάνει. Επομένως, το να «κλείσεις» τη θέα, ήταν απαγορευμένο.
Εως τα μέσα του 20ού αιώνα, πρέπει να περιμένουμε ώστε οι γειτονιές να ακμάσουν ή να απομειωθούν, ως στοιχεία της τοπικής ιστορίας. Εως τότε, τη γειτονιά την απάρτιζε ένα σύνολο κανόνων που είχαν σχέση με τους κατοίκους και τις συνήθειές τους. Δηλαδή η γειτονιά ΔΕΝ συνέβαλε στην ομογενοποίηση μιας πόλης.
Οθωμανικές γειτονιές
Αυτές, στη Θεσσαλονίκη, είχαν το προνόμιο της πρώτης επιλογής, της καλύτερης θέσης. Καθώς οι Οθωμανοί των Γιαννιτσών ήταν οι πρώτοι μουσουλμάνοι της Θεσσαλονίκης, μετά το 1430 και τα όποια στατιστικά στοχεία δεν δείχνουν ότι υπήρξε κάποια εντυπωσιακή πλημμυρίδα νέων κατοίκων έως την έλευση των Εβραίων, στο τέλος του αιώνα εκείνου, οι άνθρωποι είχαν να επιλέξουν τον «ανθό» κατοικιών, οικοπέδων και περιοχών. Γι' αυτό και επειδή η πόλη θεωρήθηκε δορυάλωτη, όλα τα ακίνητα των μεγάλων μονών της Θεσσαλονίκης, του Εξακούστου, του Υπομιμνήσκοντος, της Ακαπνίου, του Κανίτου, του Γενεσίου, περιήλθαν στους κατακτητές. Εξαιρέθηκαν μόνον τα αγιορειτικά μετόχια (επειδή το Αγιον Ορος είχε αποδεχτεί την οθωμανική εξουσία) αλλά και τα κτήματα της επίσημης εκκλησίας, δηλαδή οι μητροπολιτικί ναοί, όχι όμως οι ενορίες, αφού δεν είχαν κατοίκους.
Οι Οθωμανοί ήθελαν περίκλειστες αυλές, πολλά δωμάτια γύρω από κάποια απλωσιά, δηλαδή όχι μακριά από τον τρόπο δομής των κατοικιών του Βυζαντίου. Παράδειγμα στη Θεσσαλονίκη, η περιγραφή της κατοικίας των Δοξαπατρήδων (πράξεις μονής Δοχειαρίου) αλλά και κατοικίες που αγοράζονται για το σέρβικο μετόχι (περιοχή Καμβουνίων, πράξεις μονής Χελανδαρίου). Αυτή η κεντρική περιοχή της πόλης με το φρέσκο αεράκι και το καλό κλίμα άρχισε να γίνεται μικτή, από την προκοπή των ευπόρων χριστιανών και Εβραίων. Αλλά επειδή ήταν περιοχή κέντρου, επηρεάστηκαν περισσότερο τα καταστήματα σε κεντρικούς δρόμους.
Εβραϊκές γειτονιές
Οι εβραϊκές συνοικίες έπιαναν μικρότερη έκταση από την «κανονική», επειδή υπήρχε πλήθος πράγματι φτωχών οικογενειών που επιβίωναν σε πολύ κακές συνθήκες διαβίωσης. Αλλά τα κτίσματα εβραϊκής ιδιοκτησίας έπιαναν πολύ μεγάλο τόπο, επειδή στον αδύναμο οικιστικό ιστό πρέπει να προστεθεί η πελώρια υπεραξία από τις περιοχές με μαγαζιά, βιοτεχνίες, μανιφατούρες, εργοστάσια και εγκαταστάσεις που αποκτήθηκαν από τις εβραϊκές επενδύσεις. Στη Θεσσαλονίκη δεν υπήρχε γκέτο, όπως σε άλλες πόλεις. Εως τα χρόνια του Ευσταθίου, Αρμένηδες και Εβραίοι κατοικούσαν στην Κρανέα και στον Ζεμενίκο (στις πλαγιές του Χορτιάτη, δεν έχουν εντοπιστεί με ακρίβεια), ενώ δεν μαρτυρείται κάποια εβραϊκή γειτονιά στην παλαιότερη πόλη, εκτός από μία ρωμαϊκή επιγραφή που αναγνωρίζει Σιρίκιο και συναγωγή κάτω από την Παναγία Χαλκέων, που συνδυάστηκε με την κτητορική αναγραφή ότι ο «περίβλεπτος ναός της Θεοτόκου ανιδρύθη εις πριν βέβηλον τόπον», ένα μπλεγμένο ζήτημα που αδίκως εμπλέκει τους Εβραίους σε κάποια βεβήλωση, χωρίς να πολυθυμόμαστε τη βεβήλωση της σφαγής στον ιππόδρομο της Θεσσαλονίκης. Φυσικά, υπό τον όρο «παλαιά πυρίκαυστος Εβραΐς» απέναντι από τη Χαλκέων, σημαίνει μάλλον περιοχή εργασίας, εμπορίου και κατοικίες Εβραίων, μόνον που η αναφορά είναι του 15ου αιώνα. Είναι πάντως γεγονός ότι αυτά ισχύουν έως το 1500, διότι μετά την είσοδο δεκάδων χιλιάδων Εβραίων από την Ισπανία κυρίως, η πόλη κατοικήθηκε συστηματικά, σε γειτονιές, τόσο στην εντός των τειχών πόλη, όσο και ανατολικά (Ευζώνων, Παπάφι, Φλέμινγκ) αλλά και βόρεια (Σταυρούπολη και αλλού).
Χριστιανικές γειτονιές
Ηταν οι πιο ευπροσάρμοστες στον ιστό της πόλης. Ξεκίνησαν από σημειακές κατοικήσεις στη Ροτόντα και στον Αϊ-Δημήτρη και αργότερα συνεχίστηκε μια εποίκιση στην περιοχή του κέντρου, στον Αϊ-Νικόλα τον Τρανό και στη μετέπειτα Μητρόπολη στη θάλασσα. Ενώ δυτικά δεν υπήρχε πυκνός πληθυσμός, δεν ίσχυε το ίδιο για την περιοχή Αγίας Τριάδας, όπου οι εβραϊκές γειτονιές συνόρευαν με τις χριστιανικές. Μεταξύ Εβραίων και Ελλήνων δεν αναφέρονται πολλά προβλήματα, αλλά μετά το 1870, Βούλγαροι και Ελληνες έδειχναν την αμοιβαία τους αντιπάθεια σε κάθε ευκαιρία, εκπαιδευτική, θρησκευτική, με εμπάργκο εμπορικό, τελετουργικοί πετροπόλεμοι, ακόμη και δολοφονίες από τα κομιτάτα. Μόνον που η νέα ανεξάρτητη Ελλάδα, που υπήρχε μετά τα Τέμπη και είχε καλές επιδόσεις με το εμπόριό της στο Αιγαίο, είχε όλο και μεγαλύτερη επίδραση στην πόλη, ακόμη και από την πρωτεύουσα του κράτους Κωνσταντινούπολη.
Αναμνήσεις και επιδράσεις
Οταν επισκέφτηκα το Ισραήλ, έμεινα εμβρόντητος σε γειτονιές του Τελ Αβίβ, καθώς μου θύμισε ο τρόπος ζωής και η «κατάκτηση των σταυροδρομιών» παμπάλαιες σαλονικιώτικες συνήθειες σχολιασμού, αστειοτήτων και κατατριβής με τα ζητήματα της πόλης που έως τότε θεωρούσα τυχαία. Και μόνον η ύπαρξη μουσουλμανικής προσευχής τις Παρασκευές, εβραϊκής τήρησης του Σαββάτου και χριστιανικής Κυριακής αργίας, έφερε την Πέμπτη και την Τσαγκαροδευτέρα, ως μείζονες ημέρες εμπορικής δραστηριότητας (όλα τα μαγαζιά ήταν ανοιχτά) πράγμα που επεκτάθηκε και στις περιφερειακές πόλεις της Μακεδονίας, όπου καμία εβδομαδιαία εμποροπανήγυρή τους δεν ήταν τοποθετημένη σε εκείνο το τριήμερο (από Τρίτη έως Πέμπτη ήταν οι περισσότερες). Οι αργίες των διαφορετικών θρησκευμάτων επέτρεπαν σε όλους να «παρατηρούν» τον τρόπο ζωής των υπολοίπων με περιέργεια και ποικίλα αισθήματα. Ενώ απέφευγαν όλοι να ερεθίζουν τους μουσουλμάνους, ήταν έντονη η φημολογία για την αποχή των Εβραίων από κάθε χειρωναξία το Σάββατο. Αλλά γενικά, εκτός από κάποιο χαρτζιλίκι των παιδιών σε χριστιανικές γειτονιές που έκανεν καμιά μικροδουλειά σε εβραϊκά σπίτια, λίγα αποτυπώνονται στη συλλογική μνήμη γι' αυτήν τη συνύπαρξη έως το 1912. Η συσσώρευση μνήμης, πόνου και ολέθριας ανταλλαγής απαξιωτικών χαρακτηρισμών, είναι μια προνομία του εικοστού αιώνα, που δυστυχώς χτυπάει υπερωρίες και στις μέρες μας.
ΠΗΓΗ:http://www.agelioforos.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου