Σπάσε λουστραρία, μη μου πολυκολλάς μη γίνουμε εδώ πέρα άρτσι μπούρτσι και λουλάς.

Σπάσε λουστραρία, μη μου πολυκολλάς μη γίνουμε εδώ πέρα άρτσι μπούρτσι και λουλάς.
Λέγεται πως η έκφραση αυτή ειπώθηκε απο τον Αλή Πασά, ο οποίος καθισμένος στο Παλαμίδι και έχοντας εμπρός το Μπούρτζι, δεξιά το Άργος, ενώ ταυτόχρονα έπινε ναργιλέ, είπε: «Άρτζι, Μπούρτζι και λουλάς» (Άρτζι = Άργος, λουλάς = ναργιλές). Δηλώνει χαλαρότητα και ξεγνοιασιά.
Σπάσε λουστραρία, μη μου πολυκολλάς μη γίνουμε εδώ πέρα άρτσι μπούρτσι και λουλάς.

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΚΙΑ ΜΑΣ ΟΠΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ !!!


Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Το θαύμα του Σέιχ-Σου!!


15 χρόνια μετά την καταστροφική πυρκαγιά (στις 6 Ιουλίου του 1997, καίγοντας τα 16.640 από τα 26.098 στρέμματά του) του δάσους του Σέιχ-Σου στην Θεσσαλονίκη, Η ΦΥΣΗ ΕΚΑΝΕ ΠΑΛΙ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ, εφόσον κατάφερε να ξαναδώσει ζωή στο περιαστικό δάσος της πόλης.

|
Στο ευχάριστο αυτό συμπέρασμα καταλήγει η μεταπτυχιακή διατριβή, με θέμα "H συμβολή της φυσικής και τεχνητής αναγέννησης στην αποκατάσταση του πυρόπληκτου τμήματος του δάσους του Κέδρηνου Λόφου", που εκπόνησε η δασολόγος - περιβαλλοντολόγος Χρυσούλα Χατζηχριστάκη, με επιβλέποντα τον καθηγητή του εργαστηρίου δασοκομίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεοχάρη Ζάγκα. "Από την έρευνα, οδηγούμαστε στο συμπέρασμα πως η εξέλιξη της φυσικής αναγέννησης είναι πολύ καλύτερη σε σχέση με την τεχνητή. Αξίζει να σημειωθεί πως στο σύνολο της αναγέννησης, το 78,6% προέρχεται από φυσική αναγέννηση των ειδών τραχείας πεύκης και του αειθαλούς κυπαρισσιού και μόνο το 21,4% προέρχεται από τεχνητώς εισαχθέντα είδη και κυρίως κυπαρίσσι της αριζόνας (18%)" εξηγεί η κ.Χατζηχριστάκη.
Το περιαστικό δάσος Θεσσαλονίκης αποτελείται από φυτείες κωνοφόρων ειδών και κυρίως τραχείας πεύκης. Η δημιουργία του ήταν μια προσπάθεια πολλών χρόνων, αλλά το 1982 υπέστη για πρώτη φορά την καταστροφική επίδραση της φωτιάς. Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1997 και, ενώ η πορεία της φυσικής αναγέννησης ήταν αρκετά καλή, ξανακάηκε, με αποτέλεσμα να καταστραφεί το 60% της έκτασής του. Σύμφωνα με εκτιμήσεις επιστημόνων που επικαλείται η κ.Χατζηχριστάκη, οι περισσότερες φυτοκοινωνίες στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου μπορούν να αναγεννηθούν πλήρως σε ένα χρονικό διάστημα 5 έως 20 ετών μετά την πυρκαγιά. "Η διαπίστωση αυτή φαίνεται πως ισχύει για την περιοχή του Κεδρηνού Λόφου, καθώς, σήμερα, 15 χρόνια μετά την πυρκαγιά, η φυσική αναγέννηση έχει πάει αρκετά καλά. Τα δασοπονικά είδη που κυριαρχούν σε μια περιοχή πριν από την πυρκαγιά είναι αυτά που εμφανίζονται την 1η μεταπυρική περίοδο και το οικοσύστημα επανέρχεται στην αρχική του δομή. Ιδιαίτερα στην περιοχή του Κεδρηνού Λόφου, που το προϋπάρχον οικοσύστημα ήταν ένα πευκοδάσος, με σποραδική μείξη κυπαρισσιού του αειθαλούς, η παραπάνω διαπίστωση φαίνεται πως ισχύει απόλυτα" αναφέρει η δασολόγος. Όπως διαπιστώνεται στη μελέτη, στην περιοχή του Κεδρηνού Λόφου κατά τις αναδασώσεις που διενεργήθηκαν την πρώτη μεταπυρική περίοδο, χρησιμοποιήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό, περίπου 30%, πλατύφυλλα είδη. Τα είδη αυτά, όμως, δεν κατάφεραν να ευδοκιμήσουν, κάτι που οφείλεται στην υποβάθμιση που είχε υποστεί το έδαφος αμέσως μετά την πυρκαγιά. Και σήμερα ακόμη, τα εναπομείναντα άτομα δρυός υπολείπονται πολύ σε ανάπτυξη σε σύγκριση με άλλα δασοπονικά είδη. Άλλη αιτία αποτυχίας της εγκατάστασης των πλατύφυλλων ειδών, πιθανόν να αποτελεί η πυκνότητα του φυτευτικού υλικού και η μη τήρηση των κανόνων φύτευσης. Συμπερασματικά, η κ.Χατζηχριστάκη υπογραμμίζει ότι η συμπλήρωση της αναγέννησης, όπου αυτή έχει αποτύχει, με τη χρησιμοποίηση ιθαγενών πλατύφυλλων ειδών, τα οποία θα συμβάλλουν στη συμπλήρωση των διάκενων και στη βελτίωση τόσο των εδαφικών συνθηκών όσο και της αισθητικής του τοπίου, θα πρέπει να αποτελεί τη μόνη τεχνητή επέμβαση από δω και στο εξής στο μέλλον.
Ιστορικό αναδάσωσης
Ένα χρόνο αμέσως μετά την πυρκαγιά (1998), έγιναν σημαντικές επεμβάσεις από τη Διεύθυνση Αναδασώσεων και το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης για να προστατευτεί το έδαφος που φιλοξενούσε το δάσος από τη διάβρωση και η πόλη από πλημμύρες. Τα αντιπλημμυρικά έργα, όπως τοποθέτηση κορμοπλεγμάτων και κορμοδεμάτων, καθώς και η φύτευση περίπου 500.000 φυτών διαφόρων ειδών έδωσαν την πρώτη ελπίδα ότι το δάσος αρχίσει να ξαναζωντανεύει. Την επόμενη χρονιά, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Αναδασώσεων, έγιναν περιποιήσεις, δηλαδή βοτάνισμα και σκάλισμα, σε λιγότερα από τα μισά φυτεμένα φυτά και φυτεύτηκαν επιπλέον 32.000 νέα. Ανάμεσα στα δέντρα που φυτεύτηκαν και τις δυο φορές ήταν πεύκη, χαλέπιος και τραχεία, ακακία, δρυς, δύο είδη κέδρου, κουτσουπιά και δύο είδη σφενδάμου. Φυτεύτηκαν θάμνοι, όπως σπάρτο, αγγελική και πικροδάφνη. Το 2003 αναγνωρίστηκε η ανάγκη να γίνουν ολοκληρωμένες και στοχευμένες επεμβάσεις για τη διαχείριση του δάσους, και έτσι προέκυψε το έργο “Προστασία και Αναβάθμιση του Περιαστικού Δάσους Θεσσαλονίκης (Σέιχ Σου)”. Το έργο περιλαμβάνει 11 παρεμβάσεις που αναλύονται σε 15 υποέργα. Την υλοποίηση των επιμέρους έργων ανέλαβαν η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας, ο Οργανισμός Ρυθμιστικού Σχεδίου και Προστασίας Περιβάλλοντος Θεσσαλονίκης και η Ειδική Υπηρεσία Δημοσίων Έργων Θεσσαλονίκης. Το έργο συντονίζει η Διεύθυνση Σχεδιασμού και Ανάπτυξης της Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας. Στόχοι του έργου είναι η αντιπλημμυρική προστασία, η προστασία και περιβαλλοντική αναβάθμιση του δάσους και η ευαισθητοποίηση των πολιτών. Η κ. Χαντζαρίδου, υπεύθυνη του υποέργου για την ευαισθητοποίηση των πολιτών που υλοποιείται από τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης, μας πληροφορεί για τα θετικά αποτελέσματα του έργου ως τώρα. “Τα αντιπλημμυρικά έργα που έγιναν είχαν σαν αποτέλεσμα τη ρύθμιση της ροής και την αναβάθμιση του Ελαιορέματος. Επίσης, το 2008 κατασκευάστηκαν 102 νέα φράγματα. Γίνεται πλέον εντατική παρακολούθηση του δάσους και έγκαιρη επέμβαση σε περίπτωση πυρκαγιάς, χάρη στα δασοτεχνικά και δασοκομικά έργα που υλοποιήθηκαν σε μεγάλο ποσοστό από το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης. Τέτοια έργα είναι η βελτίωση και συντήρηση του δασικού οδικού δικτύου καθώς και καθαρισμοί και κλαδεύσεις για μείωση της καύσιμης ύλης”. Στο θέμα της περιβαλλοντικής αναβάθμισης έχουν γίνει σπουδαίες ενέργειες. Κατόπιν της Ειδικής Περιβαλλοντικής Μελέτης και μελέτης βιωσιμότητας του έργου που ολοκληρώθηκαν από τον Οργανισμό Ρυθμιστικού Θεσσαλονίκης, έγιναν συμπληρώσεις και βελτίωσης της βλάστησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τη Διεύθυνση Αναδασώσεων, το 2008 έγιναν 223.600 φυτεύσεις κωνοφόρων και πλατύφυλλων και περιποιητικές εργασίες διάρκειας ενός έτους για τη συντήρησή τους. Παράλληλα, έγιναν επισκευές σε 10 ήδη υπάρχοντες χώρους αναψυχής και κατασκευάστηκαν 4 νέοι. Όλη η παραπάνω ανθρώπινη δραστηριότητα, έβαλε γερές βάσεις ώστε να καταφέρει το δάσος να αναγεννηθεί σε πολύ μεγάλο ποσοστό με φυσικό τρόπο. Υπολογίζεται ότι το σημερινό αποτέλεσμα οφείλεται λιγότερο από 40% στους δασοκομικούς χειρισμούς (φυτεύσεις, αντιπλημμυρικά κτλ), και περισσότερο από 60% στη φυσική αναγέννηση. Άλλωστε, βασική αρχή για να είναι επιτυχημένη μία αναδάσωση είναι να γίνει σε μέρος το οποίο θα μπορούσε να αναγεννηθεί μόνο του με φυσικό τρόπο. Συν τοις άλλοις, μαζικές φυτεύσεις χωρίς επιπλέον έργα και χειρισμούς είναι μάταιο να γίνονται. Η φυσική αναγέννηση είναι εμφανής σε πολλά σημεία. Περπατώντας μέσα στο δάσος, συναντά κανείς πολλά είδη τα οποία δε φυτεύτηκαν κατά τις διάφορες επεμβάσεις φύτευσης. Πολύ σημαντικό στοιχείο είναι τα νεαρά πεύκα τα οποία έχουν φυτρώσει από μόνα τους. Αυτό συμβαίνει, καθώς με την υψηλή θερμοκρασία της πυρκαγιάς ανοίγουν οι κώνοι των πεύκων και εκσφενδονίζονται προς διάφορες κατευθύνσεις οι σπόροι τους.
Σέιχ-Σου, η ιστορία του!
Το περιαστικό δάσος Θεσσαλονίκης, γνωστό με την ονομασία Σέιχ-Σου, εκτείνεται στους λόφους που περιβάλλουν την πόλη. Καταλαμβάνει τις νότιες και νοτιοδυτικές πλαγιές του Χορτιάτη μέχρι και το δρόμο Επταπυργίου – Ασβεστοχωρίου.Το ανάγλυφό του είναι ήπιο με υψόμετρο που κυμαίνεται από 50 έως 450 μ ενώ οι κλίσεις που επικρατούν είναι μέτριες και κατά τόπους ισχυρές. Όλα τα ρέματα που διέρχονται από την πόλη και τα προάστιά της πηγάζουν από το δάσος ενώ τα νερά τους παροχετεύονται τελικά στον Θερμαϊκό κόλπο μέσω της περιφερειακής τάφρου και του Δενδροποτάμου. Το περιαστικό δάσος δημιουργήθηκε τη δεκαετία του΄30 με στόχο την ανόρθωση του υποβαθμισμένου τότε οικοσυστήματος ώστε με τη σταθεροποίηση των εδαφών να αποτραπούν τα πλημμυρικά φαινόμενα που συχνά ταλαιπωρούσαν την πόλη. Οι πρώτες καταγεγραμμένες αναφορές για το περιαστικό δάσος, τη Βυζαντινή περίοδο, μιλούν για την ύπαρξη πηγών, ποταμών και πυκνού δρυοδάσους το οποίο εκμεταλλευόταν (κυρίως για ξύλευση) οι κάτοικοι. Κάποια τμήματά του επιβιώνουν ακόμη και σήμερα στην περιοχή Κουρί στο Ασβεστοχώρι αποτελώντας μοναδικό «ιστορικό μάρτυρα» του δάσους. Την ονομασία «Σέιχ-Σου», που σημαίνει το «νερό του Σεΐχη», το δάσος την απέκτησε την περίοδο της Τουρκοκρατίας και οφείλεται σ’ ένα νεκρικό μουσουλμανικό μνημείο (τουρμπέ) και στο κτίσμα της πηγής. Το ερείπιο της πηγής υπάρχει ακόμη, στην τοποθεσία «Χίλια Δέντρα». Μέχρι τη δεκαετία του 1930, η συνεχής ξύλευση, η υπερβόσκηση, η εκχέρσωση και γενικά η υπερεκμετάλλευση οδήγησαν στην υποβάθμιση του δάσους. Οι επιπτώσεις της υποβάθμισης αυτής κατέστησαν αναγκαία την άμεση αναβάθμισή του. Έτσι, το 1921, με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση 1.300 στρμ. στην περιοχή των «Χιλίων Δέντρων». Οι πρώτες αναδασωτικές εργασίες υλοποιήθηκαν από καθηγητές και φοιτητές της Δασολογικής Σχολής του Α.Π.Θ. το 1929, όταν φυτεύτηκαν κυρίως τραχεία πεύκη και κατά θέσεις κυπαρίσσια. Οι αναδασώσεις συνεχίστηκαν ιδιαίτερα μετά το 1934 και μέχρι τη μεταπολεμική περίοδο. Την τελευταία εικοσαετία γίνονται συντονισμένα και οργανωμένα από το Δασαρχείο Θεσσαλονίκης και τη Διεύθυνση Αναδασώσεων Θεσσαλονίκης. Τον Ιούλιο του 1997 το περιαστικό δάσος Θεσσαλονίκης υπέστη φοβερή οικολογική καταστροφή, καθώς το 55% της συνολικής του έκτασης (16.640 στρμ.) κάηκε. Ακολούθησαν έργα αποκατάστασης του καμένου δάσους (κατασκευή έργων αντιδιαβρωτικής - αντιπλημμυρικής προστασίας, έργα αναδάσωσης- βελτίωσης της βλάστησης κ.λπ.), κυρίως από τις Δασικές Υπηρεσίες, αλλά και από άλλους φορείς.
Όλοι οι Θεσσαλονικείς και πολλοί από τους επισκέπτες της πόλης έχουν ακουστά το Σέιχ Σου και έχουν κάνει εκεί έστω και μία βόλτα. Λίγοι, όμως, γνωρίζουν ότι έχει ανακηρυχτεί από το Υπουργείο Πολιτισμό ως Τοπίο Ιδιαίτερου Φυσικού Κάλους. Όχι άδικα, αφού φιλοξενεί 281 είδη της ελληνικής χλωρίδας. Κυρίαρχα δέντρα είναι δύο είδη πεύκης, η τραχεία πεύκη (Pinus brutia) και η κουκουναριά (Pinus pinea), ο πλάτανος (Platanus orientalis) και λιγότερο συχνά συναντάει κανείς λεύκη και φτελιά. Το πουρνάρι (Quercus coccifera), η λαδανιά (Cistus sp.) και το παλιούρι (Paliurus spina - christi) είναι από τους πιο χαρακτηριστικούς θάμνους που φύονται στο δάσος, όπως και το ποώδες προστατευόμενο εθνικά χελιδονόχορτο (Digitalis lanata). Στο φυσικό περιβάλλον του περιαστικού δάσους του Σέιχ Σου ζουν θηλαστικά, όπως αλεπούδες, λαγοί, κουνάβια, σκίουροι και σκαντζόχοιροι. Προστατευόμενα πτηνά που βρίσκουν καταφύγιο στο δάσος είναι η κουρούνα, ο κότσυφας, η αετοβαρβακίνα και άλλα πτηνά όπως ο κούκος, το χελιδόνι, η πέρδικα, ο τσαλαπετεινός και η κουκουβάγια. Δε λείπουν ερπετά όπως χελώνες, σαύρες και φίδια, και αμφίβια, όπως οι βάτραχοι. Σήμερα ο υδρονομικός του ρόλος είναι ακόμη μεγαλύτερος και σ΄ αυτόν προστίθεται η εξίσου σπουδαία προσφορά του στην απορρύπανση της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια κινητήρων – καυστήρων κλπ. που καταπνίγουν την πόλη, με την διαδικασία της φωτοσύνθεσης δίδοντάς μας οξυγόνο. Ένας άλλος σπουδαίος ρόλος του είναι επίσης η προσφορά του στη δασική αναψυχή των κατοίκων και στη διατήρηση της βιοποικιλότητας της πανίδας και χλωρίδας της περιοχής.
Σημειώνεται δε, ότι στο πλαίσιο των ώριμων προτάσεων που κατέθεσε η Αποκεντρ. Διοίκηση Μακεδονίας – Θράκης για χρηματοδότηση από το πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης της Ελλάδας 2007-2013 “Αλέξανδρος Μπαλτατζής ” περιλαμβάνεται και η πρόταση ύψους 1.436.192 ευρώ με τίτλο «Δασοκομικοί Χειρισμοί Αντιπυρικής Προστασίας του Περιαστικού Δάσους Θεσσαλονίκης Β΄ Φάση». Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για το Περιαστικό Δάσος Θεσ/νίκης (Π.Δ.Θ.), όπου θα εκτελεσθούν οι προτεινόμενες εργασίες, είναι οι δασικές πυρκαγιές, λόγω των κλιματικών συνθηκών και της σύνθεσης της δασικής βλάστησης .


Επιμέλεια : Λίνα Ξύντα
email address

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου